Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Σε τι διαφέρει ο Εγωισμός από την Υπερηφάνεια


-Σέ τί διαφέρει, Γέροντα, ό έγωιστής άπό τόν ύπερήφανο;

-Ο εγωιστής έχει θέλημα, πεισμα, ένω ό ύπερήφανος μπορεϊ να μήν έχη ούτε θέλημα ούτε πείσμα. Ας πούμε ένα παράδειγμα: Στήν έκκλησία προσκύνάτε τις εικόνες μέ μια σειρά… ή καθεμιά ξέρει τήν σειρά της. Μιά άδελφή, άν έχει έγωισμό και τής πάρη κάποια άλλη τήν σειρά, θά κατεβάση τά μούτρα και μπορει νά μην πάη ούτε νά προσκύνηση. « Αφού προσκύνησε εκείνη πριν άπό μένα, θά πή, δέν πάω νά προσκύνήσω». Ενώ, άν έχη ύπερηφάνεια, πάλι θά πειραχθή, άλλά δέν θα άντιδράση έτσι…μπορεί μάλιστα νά πή και στις έπόμενες, δήθεν μέ εύγένεια: «Περάστε! πέρνα κι έσύ, πέρνα κι έσύ!».

-Τί νά κάνω, Γέροντα, όταν πληγώνεται ό έγωισμός μου;

-Όταν πληγώνεται ό έγωισμός σου, μην τον περιθάλπης άφησέ τον νά πεθάνη. Αν πεθάνη ό εγωισμός σου, θά άναστηθη η ψυχή… σου.

-Και πώς πεθαίνει, Γέροντα, ό έγωισμός;

-Πρέπει νά θάψουμε το έγώ μας, νά σαπίση και νά γίνη κοπριά, γιά νά άναπτυχθη η ταπείνωση και η άγάπη.

-Γέροντα, γιατί υπερηφανευομαι εύκολα;

-Γιά νά υπερηφανευεσαι εύκολα, σημαίνει ότι έχεις μεγάλη ίδέα γιά τον έαυτό σου. Πιστεύεις ότι κάτι είσαι. Δεν μπορεί νά υπερηφανευθη κανείς, άν δέν πιστεύη ότι κάτι είναι. Αφου λοιπον πιστεύεις ότι εϊσαι σπουδαία, μετά με το παραμικρό υπερηφανευεσαι, σάν τους υπερτασικους που, μόλις λίγο στενοχωρηθουν, άμέσως ανεβάζουν πίεση.

-Γέροντα, έχει παγώσει πάλι η καρδιά μου. Γιατί φθάνω σ’ αυτην την κατάσταση;

-Γιατί άφήνεις το κεφάλι σου ξεβίδωτο και παίρνει αέρα τό μυαλό σου. Εγώ βάζω τάπα, την βιδώνω, άλλά εσυ την πετάς. Τώρα χρειάζεται νά βάλουμε τάπα μεγάλη και νά την βιδώσουμε γερά – γερά. Ξέρεις πόσα θα σου έδινε ό Χριστός, άν δεν είχες αυτό το ελάττωμα; Όταν δεν προσέχουμε, έρχεται ό διάβολος ύπουλα, μας τρυπάει το κεφάλι με το σουβλί του, την οίηση, μας το φουσκώνει σάν μπαλόνι και μάς σηκώνει στον άέρα.

-Γέροντα, ένας που έχει μεγάλη ίδέα γιά τον εαυτό του, δεν είναι εύκολο νά δη το καλό που έχει ο άλλος.

-Έτσι είναι. Αυτός που έχει μεγάλη ιδέα γιά τον έαυτό του, παραμένει μέσα στήν αντάρα της υπερηφανείας καί δεν έχει ούτε πνευματική υγεία ούτε ορατότητα, οπότε δεν μπορεί να δή τα χαρίσματα του άλλου. Αλλά γιατί να έχη κανείς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του; Πως θα έρθουν οί θείες ίδέες, αν δεν πετάξη την δική του μεγάλη ιδέα; Αν πάρη το κατσαβίδι ό Χριστός, λίγο τήν βιδουλα να στρίψη, μπανταλομάρες(1) θα λέμε. Τί ίδέα να έχης λοιπόν για τον εαυτό σου;

Αυτός που έχει μεγάλη ίδέα για τον εαυτό του, είναι έκτος του εαυτού του, παράφρων. Χρειάζεται να κατεβή – να κατεβη, να προσγειωθή, για να βρή τον εαυτό του… αλλιώς θα γυρίζη στα σύννεφα καί θα ξοδεύη την βενζίνη στον αέρα! 

Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε τήν λέξη «μπανταλομάρα» αντί της λέξεως «ανοησία».
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου